Αρχική > Ιστορικά, Ισλάμ, Ρωσία, Σημαντικές αναρτήσεις, Τουρκία > Ελλάδα-Ρωσια (μικρή συλλογή άρθων με αφορμή την επισκέψη Λαβρωβ)

Ελλάδα-Ρωσια (μικρή συλλογή άρθων με αφορμή την επισκέψη Λαβρωβ)

Α.Το ρωσικό άνοιγμα στην Ελλάδα, η «αλεπού της διπλωματίας» που έρχεται και η Τουρκία

   

 

Παναγιώτης Σωτήρης

Λίγο πριν την επίσκεψη Λαβρόφ στην Αθήνα, η Ρωσική Πρεσβεία στην Αθήνα υπενθυμίζει την πάγια θέση της για το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 νμ και το διεθνές δίκαιο για τις ΑΟΖ, υπογραμμίζοντας ότι η σύμπραξη με την Τουρκία είναι μονο τακτική

Σε μια εποχή όπου συνήθως όπου οι υπουργοί Εξωτερικών βλέπουν τη συγκεκριμένη θητεία τους περισσότερο ως εφαλτήριο για την πολιτική τους καριέρα, ο Σεργκέι Λαβρόφ αποτελεί μια σπάνια εξαίρεση ως κάποιος που έχει αφιερωθεί στη διπλωματία.

Εάν κανείς έχει παρατηρήσει δε τη ρητορική του, θα προσέξει ότι ο Λαβρόφ υπενθυμίζει ότι τέχνη της διπλωματίας δεν είναι μόνο η δημιουργική ασάφεια ή ο υπαινιγμός, αλλά και η ακριβολογία, η ικανότητα δηλαδή να ορίζεται ένα ζήτημα με τους πραγματικούς τους όρους. Συχνά μάλιστα, η ακριβόλογη διατύπωση μπορεί να είναι αυτή που παραπέμπει και σε περισσότερες προεκτάσεις.

Σε αυτό το φόντο αποκτά ιδιαίτερη σημασία η απάντηση του Σεργκέι Λαβρόφ σε ερώτηση που του έγινα στη διάρκεια συνέντευξης σε ραδιοφωνικούς σταθμούς στις 14 Οκτωβρίου: «Η Τουρκία ποτέ δεν θεωρήθηκε ως στρατηγικός σύμμαχός μας. Είναι ένας συνεργάτης, ένας στενός συνεργάτης. Σε πολλούς τομείς αυτή η συνεργασία είναι στρατηγική».

Η περιγραφή αυτή αποτυπώνει ταυτόχρονα τη σημασία που αποδίδει η Ρωσία στις σχέσεις της με την Τουρκία και την επιμονή να αναζητά κάποιου είδους συνεννόηση και σε σχέση με τη Συρία και σε σχέση με τον εμφύλιο στη Λιβύη, αλλά και τα όριά της. Υπογραμμίζει τα πεδία όπου επιδιώκεται η συνεργασία, με τον Λαβρόφ στην ίδια συνέντευξη να  τονίζει τη σημασία της διαδικασίας της Αστάνα, να υπενθυμίζει ότι είναι οι Αμερικανοί αυτοί που προωθούν τις σεπαριστικές τάσεις των Κούρδων στην ανατολική όχθη του Ευφράτη και να σημειώνει ότι και οι Τούρκοι καταλαβαίνουν ότι στη Λιβύη χρειάζεται να προωθηθεί μια πολιτική λύση.

Ταυτόχρονα, το «δεν είναι στρατηγικός σύμμαχος» θέτει και το όριο. Η Ρωσία δεν θεωρεί ότι η Τουρκία είναι μια χώρα που έχει ένα παρόμοιο όραμα για τον κόσμο, σε πείσμα της επαναλαμβανομένης ρητορικής στα δυτικά ΜΜΕ ότι Πούτιν και Ερντογάν έχουν αλληλοεκτίμηση ως «αυταρχικοί ηγέτες», ρητορική που εσχάτως έφτασε στα όρια της καρικατούρας μέσα από αναφορές στις ομοιότητες Ερντογάν, Πούτιν και Τραμπ. 

Η σημασία της αντιπαράθεσης για το Ναγκόρνο Καραμπάχ

Μια απλή υπενθύμιση πρόσφατων γεγονότων δείχνει ότι στην πραγματικότητα η Ρωσία και η Τουρκία κινούνται από διαφορετικές αφετηρίες ακόμη και σε πεδία όπου συνεργάζονται. Η συνεργασία π.χ. στη διαδικασία της Αστάνα για την πολιτική λύση στη Συρία ξεκίνησε αφού πρώτα οι δύο χώρες έφτασαν το χειρότερο σημείο των μεταξύ τους σχέσεων με την κατάρριψη του ρωσικού μαχητικού αεροσκάφους και αφού έγινε σαφές στην Άγκυρα ότι μόνο η Ρωσία μπορούσε να εγγυηθεί ότι οι Κούρδοι δεν θα σχημάτιζαν μια οιονεί κρατική κουρδική οντότητα πολύ κοντά στα σύνορα με την Τουρκία.

Αντίστοιχα, στη Λιβύη το γεγονός ότι συμμετέχουν στις ίδιες διαδικασίες για την αναζήτηση πολιτικής λύσης, ήρθε αφού οι δύο χώρες υποστήριξαν αντίπαλες πτέρυγες στον εμφύλιο πόλεμο (πιο επιθετικά η Τουρκία, πιο μετρημένα η Ρωσία) και πάλι αφού η Ρωσία έριξε το βάρος της ώστε να υπάρξει μια «ισορροπία δυνάμεων» και να ξεκινήσει μια διαδικασία διαλόγου, αρκετά χαοτική προς το παρόν για τη διαμόρφωση κυβέρνησης εθνικής ενότητας.

Όμως, η κρίση στο Ναγκόρνο Καραμπάχ έχει άλλες διαστάσεις, παρά τις χθεσινές εξελίξεις για κατάπαυση του πυρός. Η Τουρκία αποφάσισε να ανακατευτεί σε μια αντιπαράθεση που κρατάει χρόνια, σε μια περιοχή που η Ρωσία αντιμετώπιζε ως πίσω αυλή της και μάλιστα υποδαυλίζοντας μια σύγκρουση που η Ρωσία επιδιώκει να κρατήσει ανενεργή, κυρίως με το να συνομιλεί και με τις δύο πλευρές. Τη Μόσχα θορύβησαν και οι πληροφορίες για αποστολή ισλαμιστών από τη Συρία στην περιοχή, ιδίως με δεδομένη τη φόρτιση που υπάρχει σε σχέση με την Τσετσενία και την παρουσία ουκ ολίγων Τσετσένων μαχητών π.χ. στις διάφορες ισλαμιστικές ένοπλες οργανώσεις στον εμφύλιο της Συρίας.

Κυρίως η Μόσχα χρεώνει στην Άγκυρα ότι έριξε το βάρος της για να ενισχύει στην ηγεσία των Αζέρων την εκτίμηση ότι μπορεί να υπάρξει στρατιωτική λύση της κρίσης, την ώρα που η Μόσχα εκτιμά ότι μόνο πολιτική λύση μπορεί να υπάρξει με αφετηρία τη σταδιακή αποχώρηση των ενόπλων δυνάμεων των δύο πλευρών.

Τα ρωσικά παράπονα από την ελληνική στάση

Την ίδια ώρα η ρωσική διπλωματία εξακολουθεί να παραμένει ενοχλημένη από την τροχιά που έχει πάρει η ελληνική εξωτερική πολιτική. Η Μόσχα θεωρεί ότι έχει υπάρξει μια μονόπλευρη επένδυση στις καλές σχέσεις με τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους και μια προσχώρηση της Ελλάδα σε ένα είδος αντιρωσικών κινήσεων που κατά βάση υπαγορεύονται από τις πολιτικές επιλογές των ΗΠΑ. Αυτή έχει αποτυπωθεί στην αποδοχή των κυρώσεων σε βάρος της Ρωσίας, στην ενίσχυση των κινήσεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου σε σχέση με το Αυτοκέφαλο της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, στη σχετική απροθυμία για συζήτηση μεγάλων επενδυτικών σχεδίων π.χ. στο χώρο της ενέργειας και βέβαια στον τρόπο που η Ελλάδα μετατρέπεται σε ένα κόμβο του αμερικανικού αμυντικού σχεδιασμού στην ευρύτερη περιοχή, ενός σχεδιασμού που έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό με την προσπάθεια πίεσης προς τη Ρωσία και τη δημιουργία μιας ιδιότυπης αμυντικής «υγειονομικής ζώνης» από τη Βαλτική μέχρι την Αλεξανδρούπολη και τη Σούδα. 

Η σημασία της δήλωσης για τα 12 νμ

Σε αυτό το φόντο η τοποθέτηση της ρωσικής πρεσβείας στην Αθήνα για το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων αποκτά ξεχωριστή σημασία. «Η θέση της Ρωσίας ως μόνιμου μέλους του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ είναι θέση αρχής. Θεωρούμε τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982 “ακρογωνιαίο λίθο” του διεθνούς καθεστώτος των θαλασσών». Και προσθέτει: «Η Σύμβαση προβλέπει ρητά το κυρίαρχο δικαίωμα όλων των κρατών για χωρικά ύδατα έως 12 ναυτικά μίλια και ορίζει τις αρχές και τους τρόπους της οριοθέτησης ΑΟΖ. Αυτό αφορά και τη Μεσόγειο».

Η δήλωση καθεαυτή ακολουθεί πάγιες θέσεις της ρωσικής διπλωματίας που θεωρεί ότι τα όσα προχωρήματα έγιναν στο διεθνές δίκαιο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο εξακολουθούν να αποτελούν σημεία αναφοράς για την αποφυγή μιας χαοτικής συνθήκης στο διεθνές σύστημα.

Διατυπωμένη δε ως γενική δήλωση αρχών «προστατεύει» και από το ενδεχόμενο να θεωρηθεί άμεση παρέμβαση, ενώ προφανώς δεν παραπέμπει και σε κάποια δέσμευση για παρέμβαση.

Ταυτόχρονα, είναι μια δήλωση διαφοροποιημένη από το επίπεδο των παρεμβάσεων τόσο των ΗΠΑ όσο και της ΕΕ. Εκεί ο τόνος παρά την επίκληση του διεθνούς δικαίου είναι πολύ περισσότερο προς την ανάγκη διαλόγου και αμοιβαίων υποχωρήσεων, ενώ εδώ έχουμε την υπογράμμιση του διεθνούς δικαίου ως αφετηρία (κάτι πιο κοντινό και στις πάγιες θέσεις της ελληνικής διπλωματίας).

Ούτε είναι τυχαία η συγκεκριμένη αναφορά στα 12 νμ, εάν αναλογιστούμε όχι τόσο τον τρόπο που το θέμα επανήλθε στο προσκήνιο στην ελληνική συζήτηση, αλλά το γεγονός ότι αποτελεί πάγια θέση της Τουρκίας ότι τυχόν άσκηση αυτού του δικαιώματος από την πλευρά της Ελλάδας θα αποτελούσε casus belli. Και βέβαια η αναφορά σε οριοθέτηση ΑΟΖ πάλι με βάση τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας, πάλι δεν είναι τυχαία, εάν σκεφτούμε ότι η Τουρκία εξακολουθεί επί της ουσίας να μην τη θεωρεί βάση συζήτησης. 

Η επίσκεψη Λαβρόφ

Όλα αυτά προφανώς γίνονται στον ορίζοντα της επίσκεψης Λαβρόφ στην Αθήνα. Είναι σαφές ότι η ρωσική διπλωματία προσπαθεί να κάνει ορισμένα πρώτα ανοίγματα, ιδίως από τη στιγμή που η Ελλάδα έχει δείξει ότι ως ένα βαθμό επιθυμεί μια σχετική αναθέρμανση των ελληνορωσικών σχέσεων.

Το γεγονός ότι η Ρωσία είναι μία δύναμη που μπορεί, στη συγκεκριμένη συγκυρία, να ασκήσει μάλλον μεγαλύτερη πίεση στην Τουρκία από τις ΗΠΑ, είναι κάτι που συχνά έχει υπογραμμιστεί στη σχετική συζήτηση, την ώρα που η Ρωσία έχει ανάγκη να δείχνει ότι δεν ευθυγραμμίζονται όλες οι δυτικές χώρες με τη στρατηγική του «νέου Ψυχρού Πολέμου».

Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει την αφετηρία μιας έστω και μερικής βελτίωσης των ελληνορωσικών σχέσεων. Ωστόσο, την ίδια στιγμή δεν θα πρέπει να ξεχνάμε και τα όρια της ελληνικής διπλωματίας μετά από μια μακρά πορεία όπου η βασική διπλωματική επένδυση ήταν μάλλον η ακόμη εντονότερη ευθυγράμμιση με την τρέχουσα πολιτική της Δύσης, όπως και εάν την ορίσει κανείς.

in.gr

================================================================

 

Β O Πούτιν, ο Ερντογάν και η Ελλάδα

Είμαστε υποχρεωμένοι να καταδεικνύουμε τις αρνητικές συνέπειες της συμμαχίας Πούτιν και Ερντογάν για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα.

Γιώργος ΚαραμπελιάςΣυγγραφέας, Πολιτικός Αναλυτής

Τα τελευταία χρόνια, έχει μεγαλώσει η σύγχυση στην Ελλάδα και την ελληνική κοινή γνώμη, σχετικά με τις σχέσεις Ρωσίας Τουρκίας και Ελλάδας.Τα πράγματα έμοιαζαν σχετικά εύκολα  όσο Τουρκία και Ρωσία συγκρούονταν στη Συρία αλλά έπαψε να είναι από τη στιγμή που άρχισαν να συνεργάζονται, μετά το 2016Έτσι, παράλληλα με την έντονη αποδοκιμασία της γερμανικής αλλά και της αμερικανικής πολιτικής, είμαστε υποχρεωμένοι να καταδεικνύουμε τις αρνητικές συνέπειες της συμμαχίας Πούτιν και Ερντογάν για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα. 

Και αυτό θέλουν να το συγκαλύψει ένα σημαντικό τμήμα οπαδών της Ρωσίας οι οποίοι ανήκουν σε όλα τα πιθανά και απίθανα περιβάλλοντα. Από την άκρα δεξιά και τον ορθόδοξο χώρο έως την άκρα αριστερά προβάλλεται μία πολιτική άκριτης υπεράσπισης της Ρωσίας και των επιλογών της, παρά τις συχνά αρνητικές για τα εθνικά μας συμφέροντα θέσεις της. Οι πλέον θρασείς ή οι πλέον αφελείς,  φθάνουν μάλιστα να υποστηρίζουν πως η Ελλάδα η Ρωσία και η Τουρκία θα πρέπει «να τα βρουν» απέναντι στους δυτικούς, σύμφωνα με το παλιό κουκουέδικο αφήγημα, παραγνωρίζοντας ή αποσιωπώντας τον τουρκικό επεκτατισμό. Οι περισσότεροι το πράττουν «διά της παραλείψεως». Δηλαδή, αποσιωπούν ρωσικές θέσεις και ενέργειες που στηρίζουν την Τουρκία, όπως έγινε ακόμα και με την Αγία Σοφία, και από την άλλη επιτίθενται αποκλειστικά, ενάντια σε ορισμένες  στις χώρες της Δύσης και την ελληνική κυβέρνηση – εξάλλου υπάρχουν και πολλά για να τους καταμαρτυρήσει κανείς μια και επιτρέπουν τον τουρκικό επεκτατισμό.

Το εγχείρημα λοιπόν καθίσταται ιδιαίτερα εύκολο μια και απλώς αποσιωπάται η ανάλογη ή και ακόμα χειρότερη τοποθέτηση της Ρωσίας . Έτσι, από το πρωί μέχρι το βράδυ, καταγγέλλουν και ορθώς τη Δύση και την Ευρωπαϊκή Ένωση διότι περιορίζονται σε φραστικές καταδίκες  καθώς και την υποχωρητική  ελληνική κυβέρνηση. Αποκρύπτουν όμως τη στάση της Ρωσίας που δεν βάζει κανένα φραγμό στην τουρκική επιθετικότητα ούτε καν φραστικά. Κάτι ανάλογο είχε συμβεί με την Κύπρο και την τουρκική εισβολή. Εμείς μιλάμε μονίμως, και δικαίως, για τον Κίσινγκερ αλλά αποκρύπτουμε το γεγονός ότι η Ρωσία έδωσε τότε το οκέι στον Ετσεβίτ για να εισβάλει στην Κύπρο. Κάποιοι από τους κυνικότερους ή τους αφελέστερους συμπληρώνουν πως, εάν είχαμε εγκαταλείψει, την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, τότε και μόνο θα μας προστάτευε η Ρωσία. «Καλά να πάθουν» λοιπόν οι Έλληνες.O Πούτιν, ο Ερντογάν και η MIKHAIL METZEL VIA GETTY IMAGES

Μάλιστα, εάν προσέξει κανείς, τα βέλη των υποστηρικτών της συμμαχίας Πούτιν-Ερντογάν δεν στρέφονται ιδιαίτερα εναντίον της πλέον εχθρικής προς την Ελλάδα ευρωπαϊκής χώρας, της Γερμανίας αλλά έχουν ως προνομιακό στόχο τις ΗΠΑ, το Ισραήλ και τον… Μητσοτάκη. Και δεν χρειάζεται φιλοσοφία για να το ερμηνεύσουμε. Διότι η Ρωσία έχει στενές σχέσεις με τη Γερμανία και, μετά την απόπειρα κατά του Ναβάλνυ, διακυβεύεται ο North Stream 2.Ένας ακόμα λόγος ώστε Ρωσία και Γερμανία να “αντιπαθούν” τον Εastmed και να συντάσσονται με την Τουρκία, ενάντια στο  ελληνο-αιγυπτιακό σύμφωνο οριοθέτησης ΑΟΖ.O Πούτιν, ο Ερντογάν και η ASSOCIATED PRESS

Μια αδιέξοδη αυτοκρατορική πολιτική

Η πολιτική της προσέγγισης Ρωσίας-Τουρκίας είναι συνέπεια μιας αυτοκρατορικής-ευρασιανικής πολιτικής σε αντίθεση με τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα του ρωσικού λαού. Διότι η λογική της αυτοκρατορικής Ευρασίας, οδηγεί στην υπαγωγή στην Κίνα, οικονομικά, και το Ισλάμ, πολιτιστικο-πολιτικά. Εξάλλου, το πρόσφατο μήνυμα που έστειλε η… Τουρκία μέσω των Αζέρων στη Ρωσία, στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, αποδεικνύει του λόγου το ασφαλές.

Και η σημερινή Ρωσία δεν είναι η αυτοκρατορική τσαρική Ρωσία ή η Σοβιετική Ένωση,  είναι μία χώρα 145 εκατομμυρίων, εκ των οποίων το 15% είναι μουσουλμάνοι, και περιστοιχίζεται στα νότια σύνορά της από τα 70 εκατομμύρια των μουσουλμάνων της Κεντρικής Ασίας, για να μην αναφερθώ στα 250 εκατομμύρια του Ιράν, του Αφγανιστάν και της Τουρκίας. Την ίδια στιγμή, το ΑΕΠ της, σε δολάρια, είναι κατώτερο της Ιταλίας και συνεχίζει να εξαρτιέται αποκλειστικά από την ενέργεια, τις πρώτες ύλες και τη στρατιωτική βιομηχανία.

Μετά την κατάρρευση του 1989-93, η Ρωσία, έχοντας χάσει όλους τους δορυφόρους της, καθώς και την όποια επιρροή στο παγκόσμιο αριστερό κίνημα, επιχείρησε προς στιγμήν να ενταχθεί στο δυτικό σύστημα.

Ωστόσο, μια τέτοια πορεία δεν ευδοκίμησε εξαιτίας εξωτερικών αλλά και εσωτερικών παραγόντων.

Κατ’ αρχάς την έντονη αντίθεση όλων των πρώην ανατολικών χωρών, Πολωνίας, Βαλτικών χωρών, Ρουμανίας, Τσεχοσλοβακίας κ.λπ.,  με τον φόβο της επιστροφής της ρωσικής αυτοκρατορίας. Πάνω σε αυτά ακριβώς τα έντονα αντιρωσικά συναισθήματα θα στηριχθεί η προσπάθεια των Ηνωμένων Πολιτειών και της Γερμανίας να επεκτείνουν τη δική τους επιρροή – οικονομική η Γερμανία και πολιτικοστρατιωτική οι Ηνωμένες Πολιτείες. 

Απέναντι σε μία τέτοια πολιτική, αρχικώς ο Γιέλτσιν και για μία μικρή περίοδο ο Πούτιν, επιδίωξαν την ένταξη της Ρωσίας στο ευρύτερο δυτικό στρατόπεδο παρά τις τρικλοποδιές των Αμερικανών στοχεύοντας   να καταστεί μεσοπρόθεσμα η Ρωσία ευρωπαϊκή δύναμη και πάλι, και έτσι να αποκοπεί η Ευρώπη από την αποκλειστική αμερικανική ηγεμονία. Διότι μια Ευρώπη, συνδεδεμένη με τη Ρωσία θα μπορούσε και να απεξαρτηθεί από την αμερικανική κυριαρχία. Όμως, επρόκειτο για μία στρατηγική μακράς πνοής και προφανώς μεγάλης υπομονής.

Η αποικιακή παράδοση

Ωστόσο, υπήρχαν και εσωτερικοί παράγοντες που έκαναν δυσκολότερη και τελικώς απέτρεψαν μία τέτοια εξέλιξη.

Κατ’ αρχάς, το γεγονός ότι οι ρωσικές ελίτ είχαν μία μακρά αυτοκρατορική και αποικιακή παράδοση, τουλάχιστον από την εποχή του μεγάλου Πέτρου. Όλη η σύγχρονη ιστορία της Ρωσίας, αλλά και της Σοβιετικής Ένωσης, αποτελεί μία ιστορία αποικιακών κατακτήσεων τόσο προς τα δυτικά, με την επέκταση στην Πολωνία, τις Βαλτικές Χώρες, την Κεντρική Ευρώπη, όσο και προς τα ανατολικά, μέχρι τη Μαντζουρία και προς τα νότια. Έτσι, διαμορφώθηκε μια αυτοκρατορική και ιμπεριαλιστική εθνική συνείδηση, βαθιά ριζωμένη στις ρωσικές ελίτ αλλά και τον ίδιο το ρωσικό λαό – αυτό που και οι μπολσεβίκοι αποκαλούσαν μεγαλορωσικό σοβινισμό.

Μία πρώτη μεγάλη κρίση δοκίμασε η Αυτοκρατορία κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ενώ η οριστική κατάρρευση θα έρθει στη δεκαετία του 1990 καθώς θα αποκολληθούν και έθνη που συγκροτούσαν τον πυρήνα της, από την Ουκρανία μέχρι το Καζακστάν. Η Ρωσία, για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της, θα τείνει να μεταβληθεί σε έθνοςκράτος και ενώ μέχρι το 1990 οι Ρώσοι αποτελούσαν κάτι λιγότερο από το 50% του πληθυσμού, σήμερα αποτελούν το 80%

Είναι δηλαδή εν τοις πράγμασι ένα εθνικό κράτος, παρότι η μετάβαση από μια αυτοκρατορική σε μια εθνική συνείδηση δεν είναι τόσο εύκολη. Και σε αυτό δεν βοηθά ούτε η γεωγραφία ενός αχανούς κράτους ούτε ο χαρακτήρας της ρωσικής οικονομίας και των ρωσικών αρχουσών τάξεων. Η δε δυναμική της αυξανόμενης αντιπαράθεσης με τους Αμερικανούς θα κάνει όλο και πιο ισχυρή την τάση της επιστροφής σε μία πολιτική παγκόσμιας αντιπαράθεσης, χρησιμοποιώντας κατ’ εξοχήν τη η στρατιωτική της μηχανή πράγμα που κάνει στην Ανατολική Μεσόγειο, τη Συρία και τη Λιβύη και κατά δεύτερο λόγο η ανασυγκρότηση μιας ιδεολογικής επιρροής στηριγμένης σε έναν πολιτικο-ιδεολογικό «ανταρτοπόλεμο», άσχετα και πέρα από οποιαδήποτε ιδεολογική σταθερά.

Έτσι, μια και στη Δύση, αναπτύσσονται κατ’ εξοχήν οι δεξιές, ακροδεξιές ακόμα και φασιστικές αντιπαγκοσμιοποιητικές τάσεις, η Ρωσία του Πούτιν θα στηρίζεται προνομιακά σε αυτές. Θα στηρίξει και τον Τραμπ στις ΗΠΑ, ή τα ακροδεξιά κόμματα σε όλη την Ευρώπη και παράλληλα ομάδες από το αντίπαλο αριστερό στρατόπεδο. Και οι σύμμαχοί της σήμερα δεν θα είναι ο… Πάμπλο Πικάσο ή ο Γιάννης Ρίτσος και ο Μανόλης Γλέζος, αλλά διάφοροι ακροδεξιοί, από τον Μπάνον στις ΗΠΑ μέχρι τον Βελόπουλο στην Ελλάδα, καθώς και κάποιοι αριστεροί γυρολόγοι.

Μια αδιέξοδη υπερεπέκταση

Όμως, μια τέτοια πολιτική, υπερεπέκτασης είναι μεσοπρόθεσμα αντιπαραγωγική.

Κατ’ αρχάς οδηγεί στη μονομερή στρατιωτικοποίηση των εξωτερικών σχέσεων της χώρας και μία τέτοια πολιτική υπερδύναμης χωρίς τα όπλα της –πληθυσμιακά, οικονομικά, ιδεολογικά– την οδηγεί σε ανίερες και ανόσιες συμμαχίες. Συμμαχεί με την  Τουρκία, υποτιμώντας το γεγονός πως αυτή η τελευταία αποτελεί την αιχμή του δόρατος ενός ισλάμ που πολιορκεί όλο και πιο στενά μια ορθόδοξη ευρωπαϊκή χώρα. Όσο για την πολιτική της ιδεολογικής διείσδυσης, αυτή γίνεται με όπλα τον Μπάνον, τον Βελόπουλο και διάφορα έντυπα, ιστοσελίδες και προσωπικότητες αμφιλεγόμενης αξίας και υπόστασης. Χαρακτηριστική είναι η έσχατη συμπόρευση πολλών ρωσόφιλων «παραγόντων» με την αμφισβήτηση του κορωνοϊού, της χρήσης μάσκας, του εμβολιασμού και η χρησιμοποίηση και της ορθοδοξίας γι’ αυτό τον σκοπό.

Μια μεγαλοϊδεατική αυτοκρατορική πολιτική δεν μπορεί παρά να έχει και συνέπειες στο εσωτερικό της χώρας, όπου οι κάθε είδους ολιγάρχες απομυζούν τον ρωσικό λαό, καταργούνται σταδιακώς τα όποια δημοκρατικά δικαιώματα, όπου καταστέλλονται βίαια ή ακόμα και δολοφονούνται όσοι διαφωνούν, γεγονός που απομακρύνει όλο και περισσότερο τη χώρα από τη φυσική της θέση στην Ευρώπη. Παράλληλα, προσφέρει την ευκαιρία τους άσπονδους φίλους της σε όλη τη Δύση, όπως συνέβη πρόσφατα με την υπόθεση Ναβάλνυ, να μεθοδεύουν όλο και περισσότερο την απομάκρυνση της Ρωσίας.

Αυτή η αδιέξοδη πολιτική μπορεί να αναστραφεί μόνο με την αποδοχή από τις ρωσικές ελίτ του γεγονότος ότι η Αυτοκρατορία έχει λάβει τέλος και ότι θα πρέπει να αυτο-αναγνωριστεί ως ένα ευρωπαϊκό έθνος-κράτος και να κερδίσει με την πολιτική της, εξωτερική και εσωτερική, την ένταξή της σε ένα ενιαίο ευρωπαϊκό σύστημα. Αντίθετα, η πορεία που ακολουθούν οι ελίτ της χώρας θα αποδειχτεί, τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα, μοιραία, όπως και επί Μπρέζνιεφ για τη Σοβιετική Ένωση.

Από το ξανθό γένος στη Συμφωνία Λένιν-Κεμάλ;

O Πούτιν, ο Ερντογάν και η MIKHAIL SVETLOV VIA GETTY IMAGES

Για μας τους Έλληνες, προφανώς, μια τέτοια πολιτική είναι απαράδεκτη και συνεχίζει μια αρνητική παράδοση εκατό χρόνων, από τη συμμαχία Λένιν-Κεμάλ φθάνοντας στη σημερινή συμμαχία Πούτιν-Ερντογάν. Δυστυχώς για εμάς, η συμμαχία μας με το ξανθό γένος, αποφασιστικής σημασίας κατά τον 18ο και στις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1829, τελείωσε με τον Κριμαϊκό Πόλεμο, το 1853. Έκτοτε, η ρωσική πολιτική υπήρξε εχθρική απέναντί μας, προωθώντας τον βουλγαρικό εθνικισμό και επεκτατισμό σε βάρος της Ελλάδας και με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, έφθασαν να παραχωρούν ολόκληρη τη Μακεδονία και τη Θράκη στη Βουλγαρία. Στη συνέχεια, οι μπολσεβίκοι θα αναστήσουν το ετοιμοθάνατο οθωμανικό τέρας, χρηματοδοτώντας και εξοπλίζοντας τον Κεμάλ ενώ θα συνεχίσουν να ανακινούν το μακεδονικό ζήτημα και να επιδιώκουν την απόσπαση της Μακεδονίας και της Θράκης από την Ελλάδα. Μόνο στοΚυπριακόζήτημα, θα συνταχθούν με τους ελληνοκύπριους, και κατ’ επέκταση με τα ελληνικά συμφέροντα, μια και η Κύπρος αμφισβητούσε την αγγλική και Νατοϊκή κυριαρχία. Εν συνεχεία, με βάση την αντιπαράθεσή τους με το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ, θα παραμένουν εχθρικοί προς μια Τουρκία προκεχωρημένο φυλάκιο της δυτικής Συμμαχίας. Σήμερα, πάντως, θα τα ξαναβρούν με την Τουρκία και θα θεωρήσουν την αντιπαράθεση Τουρκίας-Ελλάδας ως μια πιθανή ευκαιρία αποσύνθεσης του ΝΑΤΟ.

Παρόλα ταύτα, επειδή σε βάθος χρόνου η ένταξη της Ρωσίας στο ευρωπαϊκό στρατόπεδο είναι ζωτικής σημασίας για την επιβίωση του ελληνισμού και της ορθοδοξίας, δεν μπορούμε και δεν πρέπει να τρέφουμε εχθρική προδιάθεση απέναντι στη Ρωσία ούτε να ιδεολογικοποιούμε σε μια αντιρωσική κατεύθυνση τη σημερινή αντίθεσή μας στην τόσο αρνητική για μας προσέγγιση Ερντογάν-Πούτιν. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε την κοινή σε ένα σημαντικό ποσοστό ιστορική και πολιτιστική μας κληρονομιά και δεν πρέπει να παραβλέπουμε το γεγονός ότι η Ρωσία, με βάση τα δικά της συμφέροντα, δεν επιθυμεί την παράδοση της Κύπρου στους Τούρκους. Γι’ αυτό και οι σχέσεις πρέπει να συνεχίζονται και να επενδύουμε και στη «δημόσια διπλωματία», ενισχύοντας την πολιτιστική μας παρουσία στη Ρωσία. Εξάλλου, όλοι οι Ρώσοι δεν συμφωνούν με όλες τις επιλογές του Πούτιν, πόσο μάλλον με εκείνες του τουρκόφιλου ευρασιανιστή  Ντούγκιν.

Παρότι λοιπόν, σήμερα τα συμφέροντά μας δεν ταυτίζονται, πιστεύουμε πως ο χρόνος δουλεύει αντίστροφα για τα ευρω-ασιατικά και φιλο-ισλαμικά μεγαλοϊδεατικά οράματα των Ντούγκιν και κομπανία. Γιατί η σκληρή πραγματικότητα, όπως έγινε πρόσφατα στο ΝαγκόρνοΚαραμπάχκαταδεικνύει καθημερινά πως δεν υπάρχει άλλος δρόμος για την επιβίωση της Ρωσίας ως μεγάλης ευρωπαϊκής δύναμης από την εγκατάλειψη των αυτοκρατορικών της ονειρώξεων.

Η εξέλιξη εξάλλου του ευρασιανισμού του Ντούγκιν είναι αποκαλυπτική. Ξεκίνησε πριν από 25 χρόνια με μια επιδίωξη ανασύστασης της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, σε αντίθεση με την Κίνα και την Τουρκία, και κατέληξε στον ρωσο-ισλαμισμό και στη συμμαχία με την Κίνα! Ακριβώς γιατί πλέον η Ρωσία δεν μπορεί  να είναι αυτοκρατορία και θα εξαρτηθεί, τελικώς, από τους ισχυρότερους συμμάχους της, το 1,5 δισεκατομμύριο των Κινέζων, οικονομικά, και το 1,5 δισεκατομμύριο των μουσουλμάνων, πολιτισμικά! Μόνο σε μια ενωμένη Ευρώπη θα μπορούσε να είναι ανεξάρτητη και αποφασιστικός παράγοντας της ευρωπαϊκής αυτονομίας. Και αυτό είναι το δικό μας συμφέρον. Απέναντι στον Ευρασιανισμό, η Πανευρώπη. Επιλέον θα ήταν ένας ευρωπαϊσμός ισορροπημένος στον οποίο θα μπορούμε να παίζουμε ουσιαστικό ρόλο ως σύνδεσμος ανατολικής και δυτικής πτέρυγας της Ευρώπης.

https://www.huffingtonpost.gr/entry/o-poetin-o-erntoyan-kai-e-ellada_gr_5f897ebac5b67da85d1d3cee?utm_hp_ref=gr-homepage

Advertisement
Αρέσει σε %d bloggers: