Αρχική > Βυζαντινή Ιστορία > Οίκος Κεφαλά

Οίκος Κεφαλά

Γράφτηκε από  Κεφαλάς Αλέξανδρος 
ΚΕΦΑΛΑΔΕΣΟι Κεφαλάδες ήταν άρχοντες (arcondes Grex) που ανήκαν στην παλαιοβυζαντινή φεουδαλική αριστοκρατία.Το προσωνύμιο αυτό δεν αποτελούσε αρχικά οικογενειακό όνομα, αλλά ήταν διακριτικό ευγενείας/τίτλος αριστοκρατίας. Οι Κεφαλάδες κατάφεραν να διατηρήσουν τα προνόμια, τη γη και τους δουλοπάροικούς τους κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας ως ιππότες, στις περιοχές των ενετικών κτήσεων ως ευγενείς εγγεγραμμένοι μάλιστα και στο Libro d’Oro, την Χρυσή Βίβλο, και κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας ως προεστοί. Στις μέρες μας το όνομα χρησιμοποιείται ως επίθετο για τους απογόνους τους.

Στο βυζαντινό στρατό πρώτοι στην σειρά ήταν οι αξιωματικοί, που καλούνταν άρχοντες, κοινώς «κεφαλάδες» και μάλιστα «άρχοντες από σπαθίου» για να διαχωρίζονται από τους πολιτικούς υπαλλήλους της βυζαντινής αυτοκρατορίας που καλούνταν κι αυτοί άρχοντες. Συνεπώς πρόκειται για αξιωματικούς αριστοκρατικής καταγωγής. Από εκείνη την εποχή προέρχονται και οι πρώτες πληροφορίες για τον Κωνσταντίνο Κεφαλά, λόγιο και κληρικό, πρωτόπαππα του παλατιού της Κωνσταντινούπολης και συγγραφέα της Παλατινής Ανθολογίας, καθώς και εκείνες για τον Λέοντα Κεφαλά, στρατηγό επί Αλεξίου Α΄ Κομνηνού.

Το γεγονός πως επρόκειτο για βυζαντινούς τοπικούς χωροδεσπότες που κατείχαν,ανά τους αιώνες, μεγάλες εκτάσεις γης (φέουδα) μαρτυρεί το γεγονός πως ακόμα και σήμερα το όνομα απαντάται ως τοπωνύμιο διάσπαρτο σε ολόκληρη την Ελλάδα. Το τοπωνύμιο στον ελλαδικό χώρο προέρχεται από τους πρώτους Κεφαλάδες και τα πολλά παρακλάδια του οίκου, που στάλθηκαν το 1182 από τον Αλέξιο Κομνηνό ως ηγέτες των βυζαντινών αποίκων .
Στο Χρονικόν του Μορέως και στο Χρονικό του Γαλαξειδίου αναφέρονται σαν προύχοντες που αναγνωρίστηκαν από τους Φράγκους Πρίγκηπες ως ιππότες και διατήρησαν τη γη και τα προνόμια τους. Στις περιοχές των Ενετικών κτήσεων εγγράφονται πάντα στους καταλόγους των ευγενών. Από την περίοδο αυτή ξεκινά η βαρωνία των Κεφαλάδων.(π.χ. …ἐζήτησε ὁ μισὶρ Ντζεφρὲς βουλὴν τῶν κεφαλάδων…τοὺς κεφαλᾶδες κι ἀρχηγοὺς τοῦ Φράγκικου φουσσάτου, καὶ εἶπεν οὕτως πρὸς αὐτούς, ….. Κράζει καὶ λέγει τῶν Φραγκῶν, ὁλῶν τῶν κεφαλάδων, …Εκεί ηύραν τόν πρίγκιπα μετά τούς κεφαλάδες ενώ εκράτει παρλαμά διά υπόθεσες όπου είχεν).

Στο εγκυκλοπαιδικό λεξικό του Ελευθερουδάκη αναφέρεται, επίσης, ότι έτσι αποκαλούνταν επί Φραγκοκρατίας στην Πελοπόννησο οι Έλληνες ευπατρίδες και τιμαριούχοι, οι οποίοι, «κατόπιν ιδίων συμφωνιών, αναγνωρίσαντες την κυριαρχίαν των Φράγκων, διετήρησαν μεν τα παλαιά αυτών προνόμια, τους δουλοπαροίκους και τα κτήματα αυτών, έλαβον δε παρά των Φράγκων κατακτητών διάφορα νέα προνόμια, ανηγορεύθησαν και αυτοί ιππόται (βαρώνοι) και είχον το δικαίωμα να μετέχωσι των συνελεύσεων του πριγκιπάτου της Αχαΐας». Οι Κεφαλάδες στη φραγκοκρατούμενη Πελοπόννησο αποτελούσαν ξεχωριστή αριστοκρατική τάξη. Επίσης την ίδια περίοδο, στην ενετοκρατούμενη Κεφαλλονιά οι Κεφαλάδες κατατάσσονται ανάμεσα στους ευγενείς της νήσου.

Οι Κεφαλάδες διακρίθηκαν στην εκκλησιαστική, πολιτική και πνευματική σκηνή του τόπου. Γνωρίζουμε για παράδειγμα, το Δαυίδ Κεφαλά στις αρχές του ιζ΄αι., που υπήρξε επίσκοπος Πολυφέγγου στην Πελοπόννησο και το Χρύσανθο Κεφαλά (1736-1818), από τον κλάδο της Κεφαλονιάς, που ήταν περίφημος κληρικός και διδάσκαλος. Αναφέρουμε, επίσης, ενδεικτικά τους: Καπετάν Νικόλα Κεφαλά (1770-1850;) ξακουστό θαλασσοπόρο, χαρτογράφο, συγγραφέα ναυτικών εγχειριδίων και δοκιμίων αλλά και φημισμένο τυχοδιώκτη, το Δημήτριο Κεφαλά, νομομαθή και γερουσιαστή περί τα 1800, τον ποιητή Παναγή Κεφαλά, που συνέθεσε σονέτα και ελεγείες, τον Αντώνιο Κεφαλά, που συνέταξε το υπόμνημα υπέρ της Ένωσης των Επτανήσων προς τον Βρετανό πρωθυπουργό Γουίλιαμ Γκλάντστοουν, το Μιχαήλ Κεφαλά, πρόξενο της Επτανήσου Πολιτείας στην Κρήτη, τον Ιωάννη Κεφαλά εξ Ηπείρου, καραβοκύρη αγωνιστή και ευεργέτη του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, τον Αναστάσιο Κεφαλά, μετέπειτα Άγιο Νεκτάριο (1846-1920) λαοφιλή ιεράρχη και παιδαγωγό, μητροπολίτη Πενταπόλεως της εν Αιγύπτω (1899-1903). Διετέλεσε διευθυντής της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής(1894-1908), κατόπιν μόνασε στην Αίγινα, όπου ίδρυσε το μοναστήρι της Αγίας Τριάδος. Εκεί πέθανε και ετάφη. Μετά θάνατον αναγνωρισθηκε ως όσιος και ανακηρύχθηκε άγιος υπό του Οικουμενικού Πατριαρχείου κατά το 1961. Ο άγιος Νεκτάριος διaκρίθηκε και ως συγγραφέας. Έργα του: «Ιερών και φιλοσοφικών λογίων θησαύρισμα», «Περί της Μητρός του Κυρίου», «Περί των αιτιών του σχίσματος» «Γνώθι σ’ αυτόν» και πλήθος άλλων. Επίσης, τον Αθανάσιο Κεφαλά (1899-1930) μετεωρολόγο και συγγραφέα της μελέτης «Περί διανομής της βροχής» , το Γεώργιο (γεν. 1887), καθηγητή Οδοντιατρικής Σχολής Αθηνών και συγγραφέα.

wwww.oikoskefala.gr
Κατηγορίες:Βυζαντινή Ιστορία
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s