Αρχική > Νεοελληνικός και Βυζαντινός Πολιτισμός > Η ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, (1902-1930)-Η Πριγκηπέσσα της Θλίψης…

Η ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, (1902-1930)-Η Πριγκηπέσσα της Θλίψης…

undefined
 
Η Μαρία Πολυδούρη γεννήθηκε το 1902 στη Καλαμάτα. Όταν τέλειωσε το γυμνάσιο στη πατρίδα της γράφτηκε στη Νομική Σχολή Αθηνών χωρίς όμως ποτέ να πάρει πτυχίο. Διορίστηκεν υπάλληλος κι εργάστηκε σε διάφορες νομαρχίες, παράλληλα έγραφε ποιήματα. Το 1927 ταξίδεψε στο Παρίσι, αλλά γύρισεν άρρωστη από φυματίωση. Τελικά μπήκε στο νοσοκομείο Σωτηρία, αλλά ήτανε πλέον αργά. Το 1930 πέθανε 28 χρονών.

Έγραψε δυο ποιητικές συλλογές: «Τρίλιες Που Σβήνουν» κι «Ηχώ Στο Χάος». Η ζωή κι η ποίησή της ήταν επηρεασμένη από την άτυχη σχέση της με τον Καρυωτάκη, γνωστό πεισιθάνατο ποιητή των «Νηπενθών». Δεν έζησε αρκετά ώστε να ολοκληρώσει τη ποιητική της προσπάθεια. Οι στίχοι της είν’ ατημέλητοι και τους διακρίνει μελαγχολία, ρέμβη και διάθεση για φυγή.
Είναι μια μορφή πολύ δύσκολης αντιμετώπισης. Γιατί ενώ έλκει ισχυρά το μελετητή, να τη πλησιάσει και να εμβαθύνει στη προσωπικότητά της, την ίδια στιγμή δε τον βοηθάει, καθώς ήρθε κι έφυγε από τη ζωή σαν αστραπή, χωρίς να προσγειωθεί κι υπάρξει σα συνηθισμένος άνθρωπος. Όταν ακολουθήσουμε τη πορεία του βίου της, αν μελετήσουμε τη ποίησή της, όταν εντρυφήσουμε λέξη προς λέξη, στα ημερολόγιά της και των ανθρώπων που την αγάπησαν και τη γνώρισαν, όταν η σκέψη μας είναι κατάμεστη απ’ όλ’ αυτά τα συγκεντρωμένα στοιχεία, τότε δηλαδή που ο μελετητής πιστεύει πως είν’ έτοιμος να καταστρώσει τα συμπεράσματά του, τότε ακριβώς αντιλαμβάνεται πόσο προβληματική παρουσιάζεται η προσωπικότητα της.
Θα ‘ταν ασέβεια, αν όχι, άγνοια κι επιπολαιότητα, αν επιχειρούσαμε να διατυπώσουμε με τον καθιερωμένο τρόπο τις κρίσεις μας γι’ αυτήν. Όπως δηλαδή γίνεται μ’ επιβεβλημένους κορυφαίους της διανόησης. Με κείνα τα τυπικά: πού γεννήθηκε, τι σπούδασε, ποιους επηρεασμούς δέχτηκε, ποιες οι επαγγελματικές ή οι εξωεπαγγελματικές του απασχολήσεις, οι κλίσεις του, οι ιδεολογικοί του προσανατολισμοί, ποιο το οικογενειακό περιβάλλον του… κλπ θα βγούμε έξω από τη περιοχή, όπου περιδιαβάζει. Ποιος μπόρεσε ποτέ να δώσει τη βιογραφία ενός αηδονιού, ενός χελιδονιού; Ωστόσο ας καταθέσουμε ό,τι μπορέσαμε να συγκεντρώσουμε:
Ο πατέρας ήτανε καθηγητής, για τη μητέρα της ξέρουμε πως ήτανε καλή και τρυφερή μάνα και πως η Μαρία ποτέ δε μπόρεσε να θεραπευτεί από τύψεις που τη παιδεύανε, γιατί είχεν αφήσει άρρωστη τη μητέρα της και πέθανε κατά την απουσία της. Οι βασανιστικές τύψεις γίνηκαν η αιτία να γράψει ποίημα αφιερωμένο στη τρυφερή και πονεμένη μάνα:
      …Δεν σ’ ένιωσα πριν να σε χωριστώ
          μα η θύμησή σου ακέρια που μου μένει,
          μου δείχνει εμένα, εκεί να εξιλαστώ
          για πάντα θλιβερή μετανοιωμένη.
 Ο ποιητής Γιάννης Χονδρογιάννης στο ημερολόγιό του αναφέρει:
«…την άλλη μέρα (τη προηγούμενη την είχε περάσει στη κλινική Καραμάνη, στη οδό Πατησίων… ήταν Μάρτης 1930… όπου είχε πάει να επισκεφτεί και να την αποχαιρετήσει), περνώντας από τα Φιλιατρά γιατί πήγαινα στους Γαργαλιάνους, (σα δικαστικός είχε λάβει μετάθεση), αντίκρυσα με βαθύ αίσθημα λύπης και παγερής αδάκρυτης μελαγχολίας το μεγάλο  κτίριο του Γυμνασίου, όπου είχε φοιτήσει κάποτε, χαρωπή ίσως παιδούλα η ποιήτρια…»
Είχε βγάλει λοιπόν το Γυμνάσιο Φιλιατρών και στη συνέχεια πήγε στην Αθήνα όπου συνέχισε τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο. Είχεν εγγραφεί στη Νομική σχολή αντί της Φιλοσοφικής που ‘ταν η προτίμηση του πατέρα. Μαθαίνουμε στη συνέχεια πως σα φοιτήτρια γνωρίστηκε με τον Καρυωτάκη. Κι ο μεν φοίτησε κανονικά και στα χρονικά όρια πήρε το δίπλωμά του, η Μαρία δε συμπλήρωσε ποτέ τις σπουδές της.
Στην Αθήνα στο λίγο χρόνο που ζει τη φοιτητική ζωή της, έχει πετύχει κάποιο διορισμό σε δημόσια υπηρεσία, που συνεχίζεται και μετέπειτα για λίγο διάστημα. Αλλά καθώς οι μέρες της κυλούν ανέμελα, μ’ απουσίες από την υπηρεσία της, μ’ αταξία κι ασυνέπεια, έτσι που να δημιουργηθεί εντύπωση πως πρόκειται για υπάλληλο αργόμισθο, παύεται από την υπηρεσία, απομένοντας στερημένη των απαραίτητων υλικών μέσων.
Τώρα ξέρουμε πως παρά τις δυσκολίες τις οικονομικές κείνου του καιρού, όντας κάτοχος ενός ακινήτου στη Καλαμάτα, προβαίνει στην εκποίησή του και με το συγκεντρωμένο ποσό αποφασίζει να φύγει για το Παρίσι. Πολλά ειπώθηκαν για το ταξίδι αυτό. Πως έφυγε για να κάνει επίδειξη αδιαφορίας στον Καρυωτάκη που η άρνησή του στη πρότασή της για γάμο, είχε τραυματίσει την αξιοπρέπειά και τον εγωισμό της. Κείνην ακριβώς την εποχή είχεν αρραβωνιαστεί μ’ ένα νέο καθ’ όλα αξιόλογο, επιστήμονα κι έφυγε χωρίς και μ’ αυτόν να εξηγηθεί. ‘Αγνωστο παραμένει με ποιες ασχολίες και με ποια ενδιαφέροντα κυλήσανε τα χρόνια της διαμονής της στο Παρίσι. Αρρώστησεν εκεί και για ορισμένο διάστημα νοσηλεύτηκε σε νοσοκομείο κι όταν επέστρεψε στην Αθήνα τόσον από υγεία, όσο κι από οικονομική επάρκεια, η κατάστασή της ήταν τραγική. Επεδίωξε και πέτυχε την είσοδό της στη Σωτηρία, το έσχατο τότε καταφύγιο των φυματικών μ’ ανεπαρκή οικονομικά μέσα, όχι τόσο της κλονισμένης υγείας, όσο για να ‘χει εξασφαλισμένη κάποια στέγη και τροφή.
Επίσης είναι γνωστό πως από το Παρίσι έγραψε στον αρραβωνιαστικό της πως ο δεσμός τους παίρνει τέλος, γιατί δεν αισθάνεται τόσο δεμένη μαζί του ώστε ο δεσμός τους να πάρει μονιμότερη μορφή. Παραθέτουμε σύντομο χρονολογικό πίνακα των βασικών γεγονότων της ζωής της, για πληρέστερο κατατοπισμό.
1902: Γεννήθηκε στη Καλαμάτα. Ο Γιάννης Χονδρογιάννης σε γράμμα, την 8 Αυγούστου 1929 από τη Κέρκυρα, αναφέρει το χωριό της, το «Μέλλον ή Κέντρο» Καλαμών.
1915: Πρώτα δημοσιεύματα, απλά, ρομαντικά, συγκεντρωμένα σε τόμο.
1919: Υπάλληλος στη Νομαρχία Καλαμών.
1920: Φοιτήτρια στη Νομική Αθηνών. Μετατίθεται στη Νομαρχία Αθηνών.
1922: Γνωρίζεται με τον Καρυωτάκη, υπάλληλο στη Νομαρχία Αττικής.
1923: Αρρωσταίνει από αδενοπάθεια. Σύγκρουση με τον Καρυωτάκη.
1924: Παύεται ως αργόμισθος. Αρραβωνιάζεται με το δικηγόρο Κ. Γεωργίου.
1925: Φεύγει για το Παρίσι.
1928: Επιστρέφει από το Παρίσι.
Τέλη 1928, αρχές 1929, εκφράζεται ενθουσιαστικά για τον τόμο ποιημάτων, έκδοση 1926, «Λυπημένα Λουλούδια», του Γ. Χονδρογιάννη.
Την ίδια χρονιά κυκλοφορούν τα ποιήματα της «Τρίλιες Που Σβήνουν», για τα οποία ο Γιάννης Χονδρογιάννης έγραψε ενθουσιαστική κριτική στο περιοδικό «Πνοή» του Δεκέμβρη του 1928.
1929: Τέλη, κυκλοφόρησε το 2ο βιβλίο της «Ηχώ Στο Χάος»
1930: Το Μάρτη ο Γ. Χ. την επισκέπτεται στη κλινική Καραμάνη, για να την αποχαιρετήσει. Κάτω από το μαξιλάρι της είχε το βιβλίο του «Μυστικές Ημέρες». Το τράβηξε και του μίλησε για ποιήματά του γραμμένη για κείνη. Στις 6 Απρίλη στέλνει τη φωτογραφία της στον Γ. Χ. στους Γαργαλιάνους.
1930: Τη τελευταία ημέρα του Απρίλη, πέθανε στη κλινική Καραμάνη.
Μερικές γνώμες συγχρόνων της συγγραφέων και κριτικών που τις εξέφρασαν μετά το θάνατό της, που αποφαίνονται για τον άνθρωπο και για το έργο του με τη δοκησισοφία και την παγερότητα που θα εκφράζονταν και για τον 80άχρονο, λόγου χάριν, Ουγκώ, ενοχλούν κι εξοργίζουν. Αλλά την οργή δε τη προκαλεί τ’ άκαιρο του σχολιασμού. Τη προκαλεί η επιπόλαιη θεώρηση ενός ποιητικού έργου γεμάτου πάθος, ειλικρίνεια και ποιητική δόνηση. Κι εκφρασμένη από σαφώς αντιποιητές συγγραφείς, σαφώς ανίκανους να σταθμίσουν και να εκτιμήσουν της Πολυδούρη την απύθμενη ποιητική και μόνο ποιητική, ύπαρξη. Πως ν’ αποτιμήσει ο ‘Aλκης Θρύλος π.χ. τον Κρυστάλλη…  Πως ο Θεοτοκάς τη Μαρία Πολυδούρη. Καλοί κι ικανοί συγγραφείς κι οι δύο, αλλά εντελώς ξένοι και στις συνθήκες ζωής τους (Κρυστάλλης, Ελένη Νεγρεπόντη) και στο παθητικό, το άκρως συγκινημένο αντίκρισμα της συναισθηματικής περιοχής του ανθρώπινου θυμικού.
Ωστόσο πέρα από την υποκειμενική αγάπη που τρέφουμε γι’ αυτή προτιμήσαμε να προσκομίσουμε τις εκτιμήσεις κριτικών που ‘ναι γενικά αποδεκτοί κι επιβεβλημένοι για την οξυδέρκεια κι ευθυκρισία τους. Ή ποιητών που ‘ν’ ιδιαίτερα ενδεδειγμένοι ν’ αποφανθούν και να πείσουν, για θέματα κι εκπροσώπους της ειδικότητάς τους.
Έτσι έγραψε ο Χονδρογιάννης:
 «Η Μ. Π. είναι το πιο λεπτό άνθος με το πιο δυνατό άρωμα μέσα σ’ όλη τη νεοελληνική ποίηση» και «Μετά το θάνατο της χάθηκε από την Ελλάδα, μια από τις μουσικότερες, τις γνησιότερες, τις καθαρότερες, τις λυρικότερες φωνές που ακούστηκαν τα τελευταία χρόνια».
 Έτσι έγραψε ο Αντρέας Καραντώνης:
«Έχει κάτι από την αίγλη των τραγικών θρύλων των πλασμάτων από ποίηση, έρωτα και θάνατο» (σελ 183 των «Ποιητικών», έκδοση 1977) κι αλλού «…η ψυχή της ήταν ένα σιντριβάνι αιμάτων και δακρύων»  (σελ 188).
Γράφει κι ο Ουράνης, -σελ. 77 του βιβλίου της Λιλής Ζωγράφου για τη Μ. Π.: (Είχε δημοσιευθεί στο Ελεύθερο Βήμα.)
«…Δυο βιβλία που περιέχουν περισσότερο θάνατο από σελίδες… Έτσι όπως μας έρχονται από την ολοκληρωτική της νύχτα, έχουν την υποβλητικότητα ενός μεγάλου θρήνου… κι είναι αυτό ακριβώς που κάνει τα ποιήματα αυτά να είναι η ίδια η ποίηση σ’ ό,τι πλατύ κι ανθρώπινο κι αιώνιο…»
 Όταν κάποτε η Λιλή Ζωγράφου είπε στον Αυγέρη πως τοποθετούν τη Μ. Π. σα ποιήτρια, δίπλα στη Βαλμόρ και τη Μπράουνιγκ, απάντησε: «Αυτό την αδικεί».
Δεν επιθυμούμε να προσθέσουμε τίποτε που θα χαμήλωνε τον τόνο ύστερα από τη παράθεση των προηγούμενων αποτιμήσεων. Θα επισημάνουμε ωστόσο και τις ευτυχισμένες συγκυρίες που τη συνόδεψαν στην ολιγόχρονη περιδάβασή της στη ζωή. Αγάπησε κι αγαπήθηκε από τα καλύτερα πνεύματα της εποχής. Αγαπήθηκε κι αγάπησε τον Καρυωτάκη, που γι’ αυτήν έγραψε το «Τι Νέοι Που Φτάσαμεν Εδώ» και στη Α’ έκδοση του βιβλίου, «Ελεγεία & Σάτιρες» το 1927, της αφιερώνει το ποίημα «Ένα Σπιτάκι». Το 1929 η Μ. Π. γράφει ποίημα αφιερωμένο στον Καρυωτάκη.
Στη Σωτηρία, το 1928 γνωρίζεται λίγο με το Ρίτσο και του αφιερώνει το ποίημα «Θυσία». Στον ποιητή Ιωσήφ Ραφτόπουλο που χάθηκε κι αυτός φυματικός 26άχρονος, του γράφει το υπέροχο ποίημα «Ο Ποιητής» με την αφιέρωση: «Στην ακοίμητη ακιά του Ιωσήφ Ραφτόπουλου».
Αλλά τα τρυφερά δείγματα μιας ιδανικής αγάπης θα τα βρούμε στην αλληλογραφία της ποιήτριας με τον αισθαντικό και ταλαντούχο ποιητή Χονδρογιάννη που όπως αποκάλυπταν οι γνώστες, αυτός υπήρξε ο τελευταίος και πιο θερμός ερωτικός δεσμός που της έδωσε χαρά και συγκίνηση. Στην αλληλογραφία τους διαβάζουμε και τις αλληλοποιητικές διασυνδέσεις τους.
Πρέπει ιδιαίτερα να τονίσουμε τη θερμή συμπαράσταση της Μυρτιώτισσας όλον τον τελευταίο καρό στη πονεμένη Μαρία. Κι εκείνη της εμπιστεύθηκεν εκμυστηρεύσεις και τα τελευταία χειρόγραφά της. Αυτή με τη σειρά της μου δώρισε τρία χειρόγραφα της Μ. Π., από τα χαρισμένα της, χειρονομία που εκτίμησα ιδιαίτερα και με κατασυγκίνησε. Με συντροφεύουν σήμερα κορνιζωμένα ζωντανεύοντας στη μνήμη μου δυο κορυφαίες αντιπροσώπους της νεοελληνικής ποίησης.
Φτωχή, αλλά ζωηρή κι ακοίμητη η μία και μοναδική εικόνα που ‘τυχε να κρατήσω από τη Μ. Π. Θα πήγαινε η αδερφή μου, η Γαλάτεια, να την επισκεφθεί στη Σωτηρία και με πήρε μαζί. Το δωμάτιο που τη βρήκαμε ήτανε ξεμοναχιασμένο στον αυλόγυρο του νοσοκομείου. Στο δωμάτιο ήταν κι άλλοι επισκέπτες. Ανάμεσα στα κενά που σχηματίζονταν διέκρινα ξαπλωμένη μιαν ωραία νεανική μορφή με στεφάνι γύρω στη μορφή τα μαύρα της μαλλιά. Σ’ ένα παλαιικό λαβομάνο και σ’ ένα τραπέζι εντυπωσίαζαν τα μεγάλα κλωνάρια από ανθισμένες αμυγδαλιές. Γέμιζαν κι αρωμάτιζαν το δωμάτιο.
Στις «Τρίλιες Που Σβήνουν» υπάρχει ένα τραγούδι της που αρχίζει:
Θα πεθάνω μιαν αυγούλα μελαγχολική του Απρίλη…
Πέθανε στις 30 Απρίλη 1930.
Ο Κώστας Παπαδάκης, ο Γιάννης Χονδρογιάννης, η Λιλή Ζωγράφου, που της έγραψε τη πιο εμπεριστατωμένη κι ολοκληρωμένη μονογραφία, αποδέχονται την εκδοχή πως αυτοκτόνησε μ’ ενέσεις μορφίνης.
Εισαγωγικό Σημείωμα  Έλλης Αλεξίου στο βιβλίο «ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ: Ποιήματα» Εκδόσεις «Γ. Οικονόμου»       Αθήνα 23-3-1981
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: